ολιγαρκής


ολιγαρκής
-ές (Α ὀλιγαρκής, -ές)
αυτός που αρκείται στα λίγα, που ικανοποιείται με τα λίγα και δεν επιζητεί τα πολλά, λιτός («συμβιβαστικοί, ολιγαρκείς, μαθημένοι να πονούν τη φτώχεια», Παπαδ.)
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ὀλιγαρκές
η ολιγάρκεια.
επίρρ...
ὀλιγαρκῶς (Α)
με ολιγάρκεια, με λιτότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο)- (βλ. λ. λιγο-) + -αρκής (< ἀρκῶ), πρβλ. πολυ-αρκής).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀλιγαρκής — contented with little masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ολιγαρκής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που ικανοποιείται με λίγα, λιτός, εγκρατής: Είμαι ολιγαρκής και δε μ ενδιαφέρουν τα πολλά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ολιγαρκής — [олигаркис] επ. довольствующийся малым, воздержанный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ὀλιγάρκης — ὀλιγαρκέω to be contented with little imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγαρκῆ — ὀλιγαρκής contented with little neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὀλιγαρκής contented with little masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὀλιγαρκής contented with little masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγαρκές — ὀλιγαρκής contented with little masc/fem voc sg ὀλιγαρκής contented with little neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγαρκέστατον — ὀλιγαρκής contented with little masc acc superl sg ὀλιγαρκής contented with little neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγαρκοῦς — ὀλιγαρκής contented with little masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγαρκέσιν — ὀλιγαρκής contented with little masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ολιγαρκώ — ὀλιγαρκῶ, έω (ΑΜ) [ολιγαρκής] (ενεργ και μέσ.) αρκούμαι στα λίγα, είμαι ολιγαρκής, λιτός …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.